Propylaea NW wing Propylaea Project

 

The Project:

The Building:

CAD Issues & Data:

Survey Issues & data:

On-going investigation of
Architectural planning in antiquity

•Web pages:

 

Το Πρόγραμμα CSA Propylaea: Υπόβαθρο και Αιτιολόγηση

Εισαγωγή

Το Center for the Study of Architecture (CSA) είχε υπό την ευθύνη του τη λειτουργία του προγράμματος CSA Propylaea από το 2000 μέχρι τη διακοπή του το 2008. Το πρόγραμμα δημιουργήθηκε μέσα από τη συμβολή διαφόρων γεγονότων, ενδιαφερόντων, υποβάθρων, και συγκυριών τα οποία είναι αδύνατο να εξηγήσει κανείς με λίγες λέξεις. Το κείμενο που ακολουθεί, αν και κάπως μακροσκελές και σύνθετο, έχει σκοπό να εξηγήσει την πορεία που οδήγησε τον διευθυντή του CSA, Harisson Eiteljorg, II, στη δημιουργία του προγράμματος, τους λόγους της δημιουργίας του, και να περιγράψει περιληπτικά τον χαρακτήρα του.

Υπόβαθρο

Ο διευθυντής του CSA Harrison Eiteljorg, II, ξεκίνησε ασυνείδητα την πορεία που οδήγησε στο πρόγραμμα CSA Propylaea ως μεταπτυχιακός φοιτητής, τη δεκαετία του 1970. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα του ήταν το έργο του αρχιτέκτονα κατά την κλασική περίοδο. (Ο ίδιος είχε ξεκινήσει τις σπουδές του ως φοιτητής αρχιτεκτονικής.) Τελικά ο κύριος Eiteljorg έγραψε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα: The Greek Architect of the Fourth century B.C.: Master Craftsman or Master Planner.

Η πορεία από το αρχικό ενδιαφέρον για τον ακριβή ρόλο του αρχαίου αρχιτέκτονα μέχρι το πρόγραμμα CSA Propylaea δεν ήταν ευθύγραμμη. Ανάμεσα στις διάφορες παρακάμψεις ήταν η ανασκαφή από τον κύριο Eiteljorg της παλαιάς εισόδου στην αθηναϊκή Ακρόπολη, του λεγόμενου Παλαιού Προπύλου. Μια άλλη παράκαμψη ήταν η ανάπτυξη έντονου ενδιαφέροντος στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών στην αρχαιολογία. Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφεται μια διαδρομή κάπως ασύνδετη και μακροσκελής, όπου παρουσιάζονται τα διάφορα κομμάτια του παζλ, από τη διδακτορική διατριβή του 1973 στο πρόγραμμα CSA Propylaea του 21ου αιώνα.

Το Βασικό Πρόβλημα: Ο Ρόλος του Αρχιτέκτονα στην Αρχαιότητα

Οι γνώσεις μας για τον ακριβή ρόλο του αρχιτέκτονα στην κλασική Ελλάδα είναι περιορισμένες. (Το παλαιότερο έργο που επιβιώνει και ασχολείται με την ελληνική αρχιτεκτονική είναι αυτό του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Βιτρούβιου ο οποίος έγραψε περίπου 400 χρόνια μετά την ολοκλήρωση των κτιρίων στην αθηναϊκή Ακρόπολη. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι αρχιτεκτονικά σχέδια σε κλίμακα, τα οποία σήμερα θεωρούμε δεδομένα, δεν υπήρχαν. Κατ’ ακρίβεια, το μοναδικό οικοδομικό σχέδιο που έχουμε από την κλασική περίοδο (4ο αι. π.Χ.), είναι μια περιγραφή, χαραγμένη σε λίθο, και αποτελείται μόνο από λέξεις. Η επιγραφή περιγράφει τον ναύσταθμο κοντά σε ένα από τα λιμάνια της Αθήνας. Από την επιγραφή έχουμε το όνομα του αρχιτέκτονα καθώς και τα περισσότερα χαρακτηριστικά και διαστάσεις του οικοδομήματος. Η επιγραφή επίσης επισημαίνει ποια θέματα δεν είχαν ακόμη αποφασιστεί και θα προσδιορίζονταν στην θέση οικοδόμησης, σε κάποιες περιπτώσεις με μοντέλα για συγκεκριμένες λεπτομέρειες και σε κάποιες άλλες από τον αρχιτέκτονα δίνοντας συγκεκριμένες οδηγίες. Υπάρχουν επίσης στοιχεία που υποδεικνύουν ότι υπήρχαν μοντέλα για συγκεκριμένα μέρη του κτιρίου (για παράδειγμα κιονόκρανα) τα οποία καθοδηγούσαν τους τεχνίτες στη δουλειά τους.

Υπάρχουν ενδείξεις στην επιγραφή του ναυσταθμού ότι ο αρχιτέκτονας είχε ενεργό ρόλο για τον καθορισμό των διαστάσεων ενός μικρού σχετικά μέρους του κτιρίου. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι διαστάσεις καθορίζονταν από τους εκάστοτε κανόνες ή ήταν αυτονόητοι στις απαιτήσεις της κατασκευής.

Έχουμε επίσης σε επιγραφές συμβόλαια για οικοδομικά έργα. Σε ορισμένα από αυτά υπάρχουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες οι οποίες είχαν προσδιοριστεί πριν από την κατασκευή. Τα συμβόλαια αυτά χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι λίθινες οικοδομές χρειάζονται προσεκτικό σχεδιασμό για την όσο το δυνατό μείωση του κόστους λατόμευσης και μεταφοράς των λίθων (συχνά το πιο ακριβό και πολύπλοκο μέρος της οικοδομικής διαδικασίας), πολλοί ερευνητές θεωρούν τον προσεκτικό σχεδιασμό από τον αρχαίο αρχιτέκτονα αυτονόητο.

Παρά τα στοιχεία από τον 4ο αιώνα και μετά παραμένουμε κυρίως στο σκοτάδι σχετικά με τις λεπτομέρειες της διαδικασίας σχεδιασμού, ειδικότερα όσον αφορά σε πρωιμότερες περιόδους. Αν κοιτάξουμε την ετυμολογία της λέξης αρχιτέκτονας, η οποία αρχικά σημαίνει υπεύθυνος τεχνίτης, πρέπει να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον στην αρχή ο αρχιτέκτονας ήταν περισσότερο επιστάτης παρά σχεδιαστής. Πράγματι, έχει υποστηριχθεί ότι η οικοδόμηση ενός ελληνικού ναού μπορεί να συγκριθεί με το “barn raising” στα αμερικάνικα σύνορα. (Δέστε http://en.wikipedia.org/wiki/Barn_raising.) Ως αποτέλεσμα, η ερώτηση που απασχολούσε τον κύριο Eiteljorg ήταν η εξής: Πότε ο αρχιτέκτονας άρχισε να έχει πιο ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό ενός κτιρίου;

Η Πρώτη Παράκαμψη: Το Παλαιό Πρόπυλο

Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η οποία τελειώνει γύρω στο 1200 π.Χ., η αθηναϊκή Ακρόπολη λειτουργούσε ως μια τυπική ακρόπολη. Μάλιστα ένα τεράστιο οχυρωματικό τείχος είχε οικοδομηθεί γύρω από την Ακρόπολη προς το τέλος της περιόδου. Η κύρια πύλη του οχυρωματικού τείχους ήταν στη δυτική πλευρά της Ακρόπολης, όπου η πρόσβαση ήταν λιγότερο απότομη. Η πύλη παρέμεινε σε χρήση για πολύ καιρό μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Πράγματι το οχυρωματικό τείχος επιβίωσε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. και κάποια κομμάτια στέκονται μέχρι σήμερα. Τον 6ο αιώνα π.Χ. προστέθηκε ένας μακρύς κεκλιμένος δρόμος, αλλά η είσοδος δεν άλλαξε. Η άποψη που επικρατούσε (το 1975) ήταν ότι μετά τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) η είσοδος αντικαταστάθηκε από ένα οικοδόμημα με κιονοστοιχία. Το νέο αυτό οικοδόμημα, το οποίο συμβατικά ονομάζεται Παλαιό Πρόπυλο, υποτίθεται ότι κατασκευάστηκε πριν από την Περσική εισβολή του 480 π.Χ. και καταστράφηκε μερικώς τότε.

Σύμφωνα με την καθιερωμένη άποψη το Παλαιό Πρόπυλο αποτελούσε την κύρια είσοδο στην Ακροπολη μέχρι την κατεδάφιση του για την δημιουργία χώρου για τα Προπύλαια (η μεγαλοπρεπής Περίκλεια είσοδος στην αθηναϊκή Ακρόπολη) που άρχισε το 437 π.Χ. Εννοείται ότι πρέπει να είχαν προηγηθεί επιδιορθώσεις στο Παλαιό Πρόπυλο μετά την Περσική εισβολή του 480 π.Χ.

Εξαιτίας του ότι το Παλαιό Πρόπυλο αποτελούσε μέρος της διατριβής του και επειδή οι επικρατέστερες αποψεις για το μέγεθος του δεν φαίνονταν να ταιριάζουν με τα λιγοστά κατάλοιπα, ο κύριος Eiteljorg ανέλαβε σε ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα την ανασκαφή των καταλοίπων το 1975 (για την ακρίβεια πρόκειται για επανασκαφή των καταλοίπων μια και το Παλαιό Πρόπυλο είχε ανασκαφεί πολλές φορές στο παρελθόν.) Ο κύριος Eiteljorg έλαβε άδεια ανασκαφής με τη βοήθεια της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Οι ανακαλύψεις του κυρίου Eiteljorg ήταν εκπληκτικές. Η ανακάλυψη μιας μέχρι τότε άγνωστης τομής στον βράχο της Ακρόπολης έδειξε, σε συνδυασμό με νέες πληροφορίες και στοιχεία από τις προηγούμενες ανασκαφές, ότι το Παλαιό Πρόπυλο έπρεπε να αναθεωρηθεί εντελώς. Σε σχέση με την καθιερωμένη άποψη που επικρατούσε μέχρι τότε, το Παλαιό Πρόπυλο φαίνεται να ήταν πιο σύνθετο χρονολογικά και πιο απλό αρχιτεκτονικά. Υπήρχαν τρεις χρονολογικές φάσεις που δεν ήταν δυνατό να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Η πρώτη φάση πρέπει να συμπίπτει με την περίοδο των δέκα χρόνων μετά τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) και η δεύτερη με την Περσική καταστροφή του 480 π.Χ. Η είσοδος ωραιοποιήθηκε, τροποποιήθηκε και επιδιορθώθηκε μετά την Περσική εισβολή και έπειτα επανατροποποιήθηκε πριν την τελική της κατεδάφιση για τη δημιουργία χώρου για την μεγαλοπρεπή Περίκλεια είσοδο, τα Προπύλαια.

Καμία από τις τρεις φάσεις του Παλαιού Προπύλου δεν περιλαμβάνει ένα αληθινό οικοδόμημα όπως αυτό με κιονοστοιχεία που υποτίθεται ότι υπήρχε. Αντίθετα οι διαδοχικές εισόδοι είχαν περισσότερο τη μορφή διακοσμητικών προαύλιων και κανενα δεν θα απαιτούσε τη δουλειά ενός αρχιτέκτονα με την σύγχρονη έννοια του όρου. Δεν υπήρχε τίποτα πιο πολύπλοκο από την ανέγερση λίθων για την προσοψη του παλιού οχυρωματικού τείχους, την εγκατάσταση απλών βαθμίδων και την επιδιόρθωση διαφόρων τοίχων μετά την Περσική επίθεση.

 

Η είσοδος στην Ακρόπολη — το Παλαιό Πρόπυλο — του 480 π.Χ.
οπως ανακατασκευάστηκε από τον κύριο Eiteljorg. Η είσοδος
αποτελείται μόνο από δύο προαύλια, ένα ανώτερο στην ανατολική
πλευρά των βαθμίδων και ένα κατώτερο στα δυτικά.
Ο χώρος δεν είχε οροφή. Η πύλη θεωρείται ότι ήταν αυτή
στο οχυρωματικό τείχος στην ανατολική πλευρά της ανώτερης αυλής.
(Τα κατάλοιπα απεικονίζονται σε μάυρο χρώμα, οι αναστηλώσεις
σε κόκκινο, και το περίγραμμα των Προπυλαίων σε γκρίζο.
Σχεδιαστικό μοντέλο CAD).

 

Η είσοδος στην Ακρόπολη — το παλαιό Πρόπυλο — του 480 π.Χ.
σύμφωνα με τον William B. Dinsmoor, Jr. Το σχέδιο αυτό έχει σαρωθεί
από το βιβλίο του κύριου Dinsmoor, The Propylaia to the Athenian
Acropolis: The predecessors
(Princeton: 1980), Plate 16 και παρουσιάζεται
απλοποιημένο εδώ. Το Παλαιό Πρόπυλο φέρει κιονοστοιχία και
οροφή καθώς και μια είσοδο στο κέντρο.
(Στην εικόνα δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα στα αρχαιολογικά κατάλοιπα
και τις αναστηλώσεις. Ένα μέρος από τα Προπύλαια αποδίδεται με
διακεκομμένη γραμμή.) Άλλοι ερευνητές έχουν προτείνει πιο πλατιά
ή πιο στενά οικοδομήματα αλλά πάντα του ίδιου τύπου.

Σημειώστε ότι και οι δύο αυτές αποκαταστάσεις του Παλαιού Προπύλου
δείχνουν το παλιό οχυρωματικό τείχος να συνεχίζει βόρεια από το
κεντρικό μέρος των Προπυλαίων. Η περιοχή αυτή έχει ερευνηθεί εκτεταμένα
και δεν υπάρχουν οποιαδήποτε κατάλοιπα οχυρωματικού τείχους. Επομένως
είναι πιθανόν ότι και τα δύο είναι λάθος σε σχέση με τη βόρεια
προέκταση του τείχους.

 

Η Δεύτερη Παράκαμψη: Χρήση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στην Αρχαιολογία

Παρά το ότι ο κύριος Eiteljorg δημοσίευσε τα αποτελέσματα σχετικά με το Παλαιό Πρόπυλο αμέσως (1976), δεν ήταν δυνατή η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης ανάλυσης τότε. Ο κύριος Eiteljorg επέστρεψε στην Αθήνα άλλες δύο φορές την δεκαετία του 1980 για περαιτέρω μελέτη των καταλοίπων καθώς επιπλέον ανάλυση ήταν απαραίτητη. Η τελική δημοσίευση εκδόθηκε σχεδόν 20 χρόνια μετά την αρχική ανασκαφή, το 1994, στο βιβλίο The Entrance to the Athenian Acropolis Before Mnesicles. Κατά τη διάρκεια της ανάλυσης ο κύριος Eiteljorg χρειάστηκε να προνοήσει ωστέ να μπορέσει να σχεδιάσει όλα τα κατάλοιπα που είχαν βρεθεί. Ταυτόχρονα όμως, αφού η χρονολόγηση δεν ήταν βέβαιη, έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να ομαδοποιεί και να ανασυντάσσει τα κατάλοιπα καθώς η ανάλυση θα προχωρούσε. Έκρινε ότι η διαδικασία αυτή ήταν απαραίτητη για να ταιριάξουν τα κομμάτια του παζλ σωστά. Καθώς προχωρούσε η ανάλυση άρχισε να γίνεται ευρύτερη η χρήση σχεδιαστικών προγραμμάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, τα οποία είναι ευρύτερα γνωστά ως CAD και ο κύριος Eiteljorg μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να ομαδοποιήσει και να ανασυντάξει το υλικό που είχε εξετάσει. Καθώς ο κύριος Eiteljorg έγινε πιο ειδικός στη χρήση του CAD, ανέπτυξε πιο εξελιγμένες μεθόδους για την ομαδοποίηση των διαφόρων κομματιών ενός σχεδίου ωστέ να μπορούν να συνδυαστούν για αναλυτική μελέτη όπως είχε αρχικά οραματιστεί. Αυτό του έδωσε παράλληλα τη δυνατότητα να εξετάσει διάφορα πιθανά σενάρια για διαφορετικές αποκαταστάσεις του Παλαιού Προπύλου.

 

 

Δύο όψεις από τα δεδομένα σχεδίου για το Παλαιό Πρόπυλο. Η μία (αριστερά)
συμπεριλαμβάνει όλα τα δεδομένα και η άλλη (δεξία) δείχνει μόνο το υλικό που
ανήκει στην πρωιμότερη φάση.

 

Καθώς ο κύριος Eiteljorg δούλευε με τα προγράμματα CAD, αυτά έγιναν περισσότερο πολύπλοκα και εξελίχθηκαν τόσο ωστέ να είναι δυνατή η δημιουργία ολοκληρωμένων τρισδιάστατων μοντέλων αρχιτεκτονικού υλικού και όχι απλά σχεδίων. Τα 3D CAD προγράμματα προσέφεραν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα – παράλληλα βέβαια με τη δυνατότητα να ομαδοποιεί και να ανασυντάσσει κανείς τα διάφορα μέρη ενός συνόλου. Το πρώτο φυσικά πλεονέκτημα ήταν η δυνατότητα να απεικονίσει κανείς κατασκευές σε τρισδιάστατη όψη. Το Παλαιό Πρόπυλο μπορούσε να γίνει ορατό απο οποιαδήποτε οπτική γωνία, γεγονός που έκανε ευκολότερο τον οραματισμό πιθανών ανακατασκευών καθώς και των καταλοίπων. Ενώ για τους ερευνητές που ασχολούνται αποκλειστικά με τη μελέτη ενός κτιρίου δεν είναι απαραίτητη η χρήση τρισδιάστατων εικονιστικών εργαλείων, αυτοί που είναι λιγότερο οικείοι με τη δουλειά αυτή επωφελούνται σημαντικά με τις δυνατότητες που προσφέρουν αυτά τα εργαλεία.

Το δεύτερο πλεονέκτημα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τους ερευνητές. Σε γενικές γραμμές, τα δεδομένα σε ένα μοντέλο CAD είναι πολύ πιο ακριβή σε σχέση με τα δεδομένα σε ένα σχέδιο, με αποτέλεσμα να διατηρείται η ακρίβεια από την καταμέτρηση. Για παράδειγμα ένα σημείο με τις ακόλουθες διαστάσεις χ = 1,234 μ., ψ = 2,345 μ., και ζ = 3,456 μ., διατηρεί πάντα τις ίδιες αξίες στο ψηφιακό αρχείο που περιλαμβάνεται στο μοντέλο. (Σημειώστε ότι οι παραπάνω διαστάσεις δεν προϋποθέτουν μετρήσεις πιο ακριβείς από το μιλίμετρο. Ο κύριος Eiteljorg συνηθίζει να στρογγυλεύει τις μετρήσεις στο μιλίμετρο παρά το ότι σύγχονα όργανα καταμέτρησης δίνουν πολύ πιο ακριβείς μετρήσεις. Σε περίπτωση που γίνει χρήση πιο ακριβή μετρήσεων τότε το πρόγραμμα CAD τις διατηρεί.) Συγκριτικά, η κλίμακα σε οποιοδήποτε σχέδιο σε χαρτί επιβάλει φυσικά όρια στην ακρίβεια μια και η μικρότερη μετρήσιμη απόσταση καθορίζεται από την κλίμακα που έχει επιλεχθεί. Για παράδειγμα, στην υπερβολικά μεγάλη κλίμακα 1:10 ένα πραγματικό μιλίμετρο αντιστοιχεί στο 1/10 του μιλίμετρου (περίπου όσο είναι το πάχος μιας ανθρώπινης τρίχας) στο χαρτί. Σε μια πιο τυπική κλίμακα του 1:50, ένα πραγματικό μιλίμετρο αντιστοιχεί μόνο στο 1/15 του μιλίμετρου στο χαρτί, που είναι πολύ μικρό για να είναι ορατό, πόσο μάλλον για να μετρηθεί.

Τα όρια αυτά επηρεάζουν τόσο τον σχεδιαστή όσο και τον χρήστη σχεδίων σε χαρτί. Ο σχεδιαστής έχει τη δυνατότητα να είναι ακριβής στη δουλειά του μέχρι ενός σημείου, όταν πρόκειται για σχέδιο στο χαρτί. Από την άλλη, άσχετα από την ικανότητα του σχεδιαστή, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να ερμηνεύσει την ακρίβεια του σχεδίου επίσης ως ένα σημείο. Για παράδειγμα όταν μία ευθεία έχει πάχος τόσο όσο χρειάζεται για να είναι ορατή, πώς παίρνουμε μετρήσεις αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε το μέσο – από μία από τις δύο άκριες ή από τη μέση;

Ένα μοντέλο CAD χρησιμοποιεί και διατηρεί τις συντεταγμένες από την διαδικασία καταμέτρησης άσχετα από την ακρίβεια (στην περίπτωση του CAD, 1 = 1,000) και παράγει σχέδια από αυτές τις μετρήσεις. Τα σχέδια CAD μπορεί να είναι οριακά πιο ακριβή από τα σχέδια που γίνονται στο χέρι, αλλά ο χρήστης πάντα περιορίζεται από το πρόβλημα της ερμηνείας των σχεδίων. Το μεγάλο πλεονέκτημα του σχεδιαστικού μοντέλου σε ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι ότι οι συντεταγμένες ενός σημείου διατηρούνται στο μοντέλο CAD μέσα στα βασικά δεδομένα και μπορούν να ανακτηθούν (με πλήρη ακρίβεια) ανά πάσα στιγμή με μία απλή εντολή. Επομένως, η ακρίβεια με την οποία ένα κτίριο έχει καταμετρηθεί είναι δυνατό να διατηρηθεί στο μοντέλο CAD. Αντίθετα, δεν είναι δυνατό η ακρίβεια σε τέτοια κλίμακα να διατηρηθεί σε ένα μέσο που στηρίζεται στην διαδικασία σχεδιασμού στο χέρι και ερμηνείας. (Για περισσότερες πληροφορίες για το λογισμικό CAD και τις χρήσεις του στην αρχαιολογία, αυτό το καπως παλιό βιβλιάριο αποτελεί μια καλή εισαγωγή. Επιπλέον πηγές που μπορεί να φανούν ενδιαφέρουσες είναι διαθέσιμες σε αυτή την ιστοσελίδα — αυτές είναι πιο τεχνικές αλλά πιο σύγχρονες.)

Παράλληλα ο κύριος Eiteljorg δούλευε και με άλλα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και ήταν πεπεισμένος ότι τα δεδομένα σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή – δηλαδή τα δεδομένα σε ψηφιακή μορφή – είχαν σημαντική υπεροχή στην έρευνα. Τα δεδομένα σε ψηφιακή μορφή μπορούν να διαμοιραστούν σε συναδέλφους πολύ πιο εύκολα και πιο φτηνά καθώς αρχικά αυτό απαιτούσε μόνο μια δισκέτα, αργότερα CD και τώρα το διαδίκτυο. Τα ψηφιακά δεδομένα κάνουν επίσης δυνατή τη διαχείριση πληροφοριών σε μορφές που είναι πιο χρήσιμες. Καθώς ένα τρισδιάστατο μοντέλο CAD είναι πιο σύνθετο, πιο ακριβές και πιο χρήσιμο από ένα σχέδιο, έτσι μια βάση δεδομένων θα ήταν πιο χρήσιμη από την απλή παράθεση πληροφοριών στο χαρτί. Επίσης, οι έγχρωμες φωτογραφίες, που είναι τόσο ακριβές στην εκτύπωση τους αλλά ανεκτίμητες για τις πληροφορίες που αποδίδουν, μπορούν πολύ εύκολα να διανεμηθούν σε ψηφιακή μορφή. Γενικά, η χρήση ψηφιακών δεδομένων ευνοεί την συνεργασία μεταξύ των επιστημόνων περίσσοτερο από ποτέ.

Τα Προπύλαια

Τα Προπύλαια αντικατάστησαν το Παλαιό Πρόπυλο ως το οικοδόμημα στην είσοδο της Ακρόπολης και φαίνεται να δίνουν απαντήσεις για το έργο του αρχιτέκτονα στην αρχαιότητα.

Τα Προπύλαια ήταν μια μνημειώδης είσοδος για την Ακρόπολη, το δεύτερο από τα οικοδομήματα που ανεγέρθηκαν την περίοδο που ο Περικλής μεγαλουργούσε στην Αθήνα. Τα Προπύλαια κτίστηκαν ανάμεσα στο 437 και το 432 π.Χ. (αλλά παρέμειναν ατέλειωτα), δηλαδή αμέσως μετά την οικοδόμηση του Παρθενώνα. Τα Προπύλαια οδηγούσαν τον κόσμο μέσα στην καρδιά της Ακρόπολης, εκεί όπου στεκόταν ο Παρθενώνας. (Για περισσότερες πληροφορίες για τα Προπύλαια δείτε αυτή την ιστοσελίδα για το σχετικό άρθρο στην Wikipedia και την ιστοσελίδα του προγράμματος CSA Propylaea με τις γενικές πληροφορίες για το οικοδόμημα.) Η οικοδόμηση των Προπυλαίων άρχισε πριν από την συμπλήρωση των γλυπτών του Παρθενώνα, παρά το ότι τα αρχιτεκτονικά μέρη είχαν ήδη ολοκληρωθεί και ο ναός είχε αφιερωθεί. Τα Προπύλαια ήταν ένα μεγαλοπρεπές κτίριο, κατάλληλο για το ρόλο τους ως είσοδος στην Ακρόπολη. Από τότε ο τύπος αυτός έχει χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο για άλλες μνημειώδεις εισόδους. Ο κεντρικός πυρήνας του κτιρίου έχει χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο όχι μόνο στην αρχαιότητα αλλά και σε πιο σύγχρονες κατασκευές όπως η πύλη Brandenburg στο Βερολίνο.

 

Τα Προπύλαια από τα δυτικά. Η φωτογραφία τύπου fish-eye
διαστρεβλωνει το κτίριο, αλλά μόνο μέσα από μια τέτοια πλατιά γωνία
είναι δυνατό να φωτογραφηθεί ολόκληρο το οικοδόμημα από τα δυτικά.
(© CSA, original Kodachrome (25) photograph; August, 1994)


Τα Προπύλαια από τα δυτικά.
(© CSA, original Kodachrome (25) photograph; March, 1975)


Τα Προπύλαια από τα ανατολικά. Πρόκειται για μια σχετικά
παλιά φωτογραφία, που όμως παρουσιάζει το οικοδόμημα χωρίς τις
σκαλωσιές που ήταν σε χρήση κατά την αναστήλωση του κτιρίου.
(© CSA, original Kodachrome (25) photograph; March, 1975)

 

Τα Προπύλαια δεν είναι μόνο ένα μεγαλοπρεπές αλλά επίσης ένα σύνθετο οικοδόμημα. Κατ’ ακρίβεια, φαίνεται να ήταν το πρώτο μνημειακό κτίριο της κλασικής περιόδου που σχεδιάστηκε με σκοπό να είναι πιο σύνθετο από ένα απλό ορθογώνιο ή κύκλο. Από την αρχή ήταν σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο ωστέ να υπάρχει ένας κεντρικός πυρήνας με δύο επιπλέον πτέρυγες στη δυτική πλευρά (αντιμέτωπες η μία με την άλλη) και άλλες δύο στην ανατολική πλευρά (που βλέπουν στα ανατολικά, όπως και ο πυρήνας, προς την καρδιά της Ακρόπολης).

 

Κάτοψη των Προπυλαίων. Σε κύκλο υποδεικνύονται οι προεξοχές των
τοίχων που δέιχνουν την πρόθεση για το κτίσιμο ανατολικών πτερύγων,
οι οποίες όμως ποτέ δεν οικοδομήθηκαν. Η προεξοχή του τοίχου στα
νοτιοδυτικά φαίνεται να υπάρχει μόνο για την παροχή μιας συμμετρικής
πρόσοψης στους επισκέπτες.

Η πολυπλοκότητα των Προπυλαίων – για παράδειγμα η χρήση πτερύγων σε διαφορετικές κλίμακες είχε ως αποτέλεσμα η στέγαση του κτιρίου να είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη — απαιτούσε ένα τέτοιο επίπεδο σχεδιασμού που δεν ήταν απαραίτητο για πιο απλά κτίρια. Επιπλέον, οι τυπικές μνημειώδεις κατασκευές της εποχής — ναοί και στοές που χρησιμοποιούνταν για εμπορικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς — είχαν πολλούς προκατόχους και προκαθορισμένες ιδέες για την εμφάνιση τους. Επομένως, ο προσχεδιασμός που ήταν απαράιτητος για τέτοια κτίρια ήταν ελάχιστος. Σχετικά χονδρικές διαστάσεις καθόριζαν τις υπόλοιπες λεπτομέρειες και επέτρεπαν στους τεχνίτες να εργάζονται με λίγους προσδιορισμούς. Ο αρχιτέκτονας μπορούσε να στηρίζεται στην εμπειρία όλων όσων συμμετείχαν. Κατ’ ακρίβεια, τα πιο δύσκολα μέρη του κτισίματος ήταν τόσο λεπτά που ένας σύγχρονος αρχιτέκτονας χρησιμοποιώντας εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας θα δυσκολευόταν να τα σχεδιάσει. (Για παράδειγμα, τα δάπεδα των ναών ήταν σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο ωστέ να είναι ελαφρώς κυρτά στο κέντρο. Το σχήμα του δαπέδου ενός ναού έχει παρομοιαστεί με αυτό που παίρνει ένα μαντήλι όταν το κρατάμε στις 4 πλευρές, αλλά φυσάει αέρας από κάτω, με αποτέλεσμα να σηκώνεται και το ψηλότερο σημείο να βρίσκεται στο κέντρο. Η διαφορά στο ύψος του δαπέδου, ακόμα και στον Παρθενώνα, είναι τόσο μικρή που ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό σχέδιο δεν θα μπορούσε αποτελεσματικά να αποδώσει την καμπύλη σε κλίμακα κατάλληλη ωστέ το σχέδιο να χωρέσει σε χαρτί σχεδίου με μέγεθος 6 πόδια. Η κλιμακα 1:40 θα επέτρεπε τη βόρεια ή νότια πλευρά του Παρθενώνα να χωρέσει σε χαρτί σχεδίου με μήκος 72 ίντσες. Σε αυτή την κλίμακα η αύξηση στις μακριές πλευρές του κτιρίου από τη γωνία στο κέντρο θα ήταν 0,108 ίντσες — λιγότερο από το 1/8 τις ίντσας και λιγότερο από 3 μιλίμετρα. Επομένως, η αλλαγή στο ύψος από την μία πλευρά ενός οκοδομικού λίθου κάτω από την κιονοστοιχία στην άλλη πλευρά του ίδιου λίθου θα ήταν μικρότερη από 5/1000 της ίντσας, ή περίπου 1/4 του μιλίμετρου — μέγεθος πολύ πιο μικρό από το πάχος της μύτης ενός καλού μολυβιού σχεδιασμού.

Τα Προπύλαια, εξαιτίας ακριβώς της πολυπλοκότητας τους, δεν είχαν προκατόχους, ή πρότυπα πάνω στα οποία είχαν ήδη λυθεί τα προβλήματα της σύνθεσης των διαφόρων μερών. (Ακόμα και οι επιστήμονες που πιστεύουν ότι ο προκάτοχος των Προπυλαίων ήταν τόσο μεγάλος όσο ο κεντρικός πυρήνας των Προπυλαίων, δεν υποθέτουν την ύπαρξη πτερύγων γύρω από τον κεντρικό πυρηνα του Παλαιού Προπύλου.) Ως αποτέλεσμα, τα Προπύλαια φαίνεται να είναι μια κατασκευή κλειδί για την ιστορία της ελλήνικής αρχιτεκτονικής. Η οικοδόμηση τους χρειαζόταν σχεδιασμό τόσο εξαιτίας της μοναδικότητας τους, όσο και εξαιτίας της πολυπλοκότητας τους. Η οικοδόμηση τους σηματοδοτεί την αρχή μιας νέου είδους κατασκευής – χωρίς προκατόχους που θα λειτουργούσαν ως οδηγοί στον σχεδιασμό και την κατασκευή. (Ο αρχιτέκτονας που ήταν υπεύθυνος για το σχεδιασμό ήταν ο Μνησικλής. Το όνομα του είναι γνωστό σ’ εμάς από τον Παυσανία, τον Έλληνα περιηγητή που επισκέφτηκε την Αθήνα και έγραψε για τα μνημεία της τον 2ο αιώνα μ.Χ. Δεν έχουμε οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες για τον Μνησικλή.)

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ο κύριος Eiteljorg δούλευε ακόμη στην ανάλυση των καταλοίπων του Παλαιού Προπύλου, όταν γνώρισε τον υπεύθυνο για την αναστήλωση μέρους των Προπυλαίων, τον Έλληνα ιστορικό αρχιτεκτονικής, Δρ. Τάσο Τανούλα. Οι δύο τους έγιναν φίλοι μια και τους έδενε το κοινό ενδιαφέρον για τις εισόδους στην Ακρόπολη μέσα από τους αιώνες.

Ο κύριος Τανούλας άρχισε να εργάζεται στο πρόγραμμα για την αναστήλωση των Προπυλαίων το 1984. Το 1994 δημοσίευσε ένα σημαντικό έργο σχετικό με το πρόγραμμα. Το έργο αυτό συμπεριελάμβανε προσεκτικά σχεδιασμένες, με διαστάσεις, όψεις των δύο τοίχων της ΒΔ πτέρυγας του κτιρίου. Τα σχέδια και οι πληροφορίες από την τρισδιάστατη καταμέτρηση του κτιρίου οδήγησαν τον κύριο Eiteljorg να οραματιστεί τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου, τρισδιάστατου, ανά οικοδομικό λίθο, μοντέλου στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τη χρήση λογισμικού CAD το οποίο ήδη χρησιμοποιούσε. Με τέτοιες πληροφορίες (3 συντεταγμένες για κάθε γωνία κάθε οικοδομικού λίθου) η κατανόηση του σχεδιασμού των Προπυλαίων – αυτά που ο αρχιτέκτονας είχε σκοπό να κάνει, αυτά που είχε προβλέψει και αυτά που είχε παραλείψει εξαιτίας της καινοφανούς φύσης του οικοδομήματος – ήταν πλέον μια πραγματική πιθανότητα για τον κύριο Eiteljorg.

 

Μοντέλο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή της ΝΑ γωνίας των Προπυλαίων.
Οι τομές φαίνονται καθαρά, όπως επίσης και οι σπασμένοι οικοδομικοί
λίθοι, καθώς και οι τελικές (όπου υπάρχουν) και προσωρινές επιφάνειες
οι οποίες δεν είχαν ακόμη κοπεί όταν διακόπηκε το κτίσιμο. Κάθε λίθος
έιναι ολοκληρωμένος και μπορεί να αποτυπωθεί απομονωμένος.

Μοντέλο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ενός οικοδομικού λίθου από τα
Προπύλαια. Τα μέρη του λίθου που έχουν χονδρικά κοπεί απεικονίζονται
με μπλε χρώμα ενώ τα μέρη που έχουν σπάσει απεικονίζονται με κόκκινο χρώμα.


Το Πρόγραμμα CSA Propylaea

Με τη βοήθεια του κύριου Τανούλα και της πολιτικού μηχανικού στο πρόγραμμα αναστήλωσης, Μαρίας Ιωαννίδου (η οποία αργότερα μετακινήθηκε σε άλλη θέση και δεν ήταν πλέον δυνατή η πλήρης συμμετοχή της), ο κύριος Eiteljorg έγραψε μια πρόταση για την παραχώρηση επιχορήγησης για το επονομαζόμενο πρόγραμμα CSA Propylaea. Επιχορήγηση παραχωρήθηκε γενναιόδωρα από το Samuel H. Kress Foundation, ξεκινώντας τον Ιούνιο του 2000. Ο απώτερος στόχος ήταν η δημιουργία ενός ψηφιακού μοντέλου. Μέσα στην πρόταση για επιχορήγηση ήταν και η κρίσιμη ιδέα ότι όλες οι πληροφορίες για το οικοδόμημα — όχι μόνο το μοντέλο CAD αλλά και τα δεδομένα από την καταμέτρηση του κτιρίου, όπως επίσης και έγχρωμες φωτογραφίες — θα ήταν ελεύθερα προσβάσιμες στο διαδίκτυο. Η ιδέα να είναι όλα τα δεδομένα διαθέσιμα σε μία ιστοσελίδα ήταν ένα αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος από την αρχή.

Η ομάδα άρχισε δουλειά αμέσως αλλά σύντομα είχε να αντιμετωπίσει μια σημαντική δυσκολία. Αποδείχτηκε ότι η τρισδιάστατη καταμέτρηση του κτιρίου, που ήταν ορατή στα σχέδια των δύο τοίχων της ΒΔ πτέρυγας, ήταν ανώμαλη. Οι περισσότεροι τοίχοι των Προπυλαίων δεν είχαν καταμετρηθεί και στις 3 διαστάσεις. Μόνο το ύψος και μήκος κάθε λίθου είχε μετρηθεί, χωρίς όμως τη θέση κάθε γωνίας μαζί με το βάθος της στον τοίχο. Ως αποτέλεσμα, το πρόγραμμα απόκτησε σε ένα μεγάλο βαθμό μια πιο τεχνική φύση. Αντί να καταχωρηθούν τα σημεία από την καταμέτρηση σε ένα ψηφιακό μοντέλο, έγινε αναγκαίο να γίνει πρώτα καταμέτρηση του κτιρίου ωστέ να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα σημεία. (Χρησιμοποιώντας σχέδια από τα μέρη του κτιρίου που είχαν καταμετρηθεί πλήρως έγινε δυνατή η κατασκευή ψηφιακών μοντέλων των συγκεκριμένων κομματιών, όπως για παράδειγμα του τοίχου που απεικονίζεται πιο πάνω. Παρόλ’ αυτά δεν ήταν δυνατή η δημιουργία ψηφιακού μοντέλου ολόκληρου του κτιρίου με τα δεδομένα που ήταν τότε διαθέσιμα.)

Η εξασφάλιση των απαράιτητων πληροφορίων από την καταμέτρηση φαίνεται αρχικά να είναι μια απλή διαδικασία. Στην πραγματικότητα όμως είναι αρκετά δύσκολη, ιδίαιτερα αν λάβει κανείς υπόψην του τις χιλιάδες ανθρώπων που περνούν από το κτίριο καθημερινά με σκοπό να το θαυμάσουν. Η ομάδα δούλεψε από το 2001 μέχρι το 2007 ωστέ να βρει τους καλύτερους τρόπους για να γίνει η καταμέτρηση των σημείων. Εντωμεταξύ, η δουλειά που μπορούσε να γίνει στο CAD με τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα προχώρησε. (Δείτε αυτό τον σύνδεσμο για άρθρα σχετικά με το πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών που αφορούν στις προσπάθειες να λυθούν τα προβλήματα καταμέτρησης. Δοκιμάστηκαν διάφορες σύγχρονες μεθόδοι καταμέτρησης και τελικά, τον Δεκέμβριο του 2007, δοκιμάστηκε στα Προπύλαια ένα σύστημα το οποίο έδινε τα καλύτερα αποτελέσματα στην καταμέτρηση. Το σύστημα βασιζόταν στην χρήση μιας φορητής σκαλωσιάς η οποία είχε σταλεί στην Αθήνα από τις Η.Π.Α. και μπορούσε να στηθεί στο κτίριο και να μετακινηθεί ανάλογα με τις ανάγκες. Το σύστημα αυτό επέτρεπε ένα μέλος της ομάδας να φτάσει οποιοδήποτε σημείο στην κατασκευή και να κρατήσει εκεί τον στόχο που ήταν ορατός από το έδαφος από το όργανο καταμέτρησης. (Η χρήση πιο μόνιμων σκαλωσιών ήταν απαγορευτική καθώς αυτές θα επισκίαζαν μέρη του κτιρίου, όχι μόνο για τους επισκέπτες που περνούσαν καθημερινά από το κτίριο, αλλά και για την ομάδα καταμέτρησης που χρειαζόνταν ανοιχτά πεδία ορατότητας για τα σημεία που θα καταμετρούνταν. Γι αυτό η χρήση φορητής σκαλωσιάς ήταν απαραίτητη. Εξαιτίας του μεγέθους της ομάδας, η φορητή σκαλωσιά έπρεπε να ήταν αρκετά μικρή ωστέ να είναι δυνατή η μετακίνηση και τοποθέτηση της από δύο ή τρεις ανθρώπους.) Ένα μέλος της ομάδας μπορούσε να σταθεί στην σκαλωσιά και να κρατήσει τον στόχο σε ένα οποιοδήποτε σημείο, ενω ένα άλλος μέλος της ομάδας μπορούσε να μετρήσει το συγκεκριμένο σημείο από το έδαφος με τη χρήση ενός σύγχρονου οργάνου καταμέτρησης που ονομάζεται total station. Το σύστημα που αναπτύχθηκε το 2007 δεν ήταν απόλυτα κατάλληλο — δεν είχε ακόμη βρέθει ακόμη μέθοδος για την ανύψωση και κατάβαση του μόνο απο δύο ή τρεις ανθρώπους και χωρίς σχοινιά που περνούσαν πάνω από εύθραυστους οικοδομικούς λίθους. Επιπρόσθετα κομμάτια είχαν δημιουργηθεί την επόμενη άνοιξη και καλοκαίρι ωστέ η σκαλωσιά μπορούσε να ανυψωθεί και να κατέβει μόνο από ένα ή δύο ανθρώπους. Το σύστημα επίσης μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς να χρειάζεται πολλούς ανθρώπους για την τοποθέτηση του και χωρίς να εμποδίζει οποιοδήποτε σημείο που έπρεπε να καταμετρηθεί. Το ολοκληρωμένο σύστημα ήταν έτοιμο το φθινόπωρο του 2008.

 

Το σύστημα σκαλωσιών όπως δοκιμάστηκε στα Προπύλαια τον Δεκέμβριο του 2007.
(© CSA, digital photograph; December, 2007)


Μέχρι τη στιγμή που το νέο σύστημα ήταν έτοιμο για χρήση, ο κύριος Τανούλας άλλαξε την άποψη του σχετικά με την ελεύθερη πρόσβαση στα δεδομένα που συλλέγονταν από το πρόγραμμα. Αντί να γίνει δυνατή η διάθεση όλων των πληροφοριών μέσω του διαδικτύου, οποιεσδήποτε πληροφορίες θα συλλέγονταν στο μέλλον — με έξοδα του προγράμματος — θα άνηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας και θα γίνονταν διαθέσιμες στην ομάδα (ή και σε άλλους) κάτω από όρους και συνθήκες που θα καθορίζονταν κατά καιρούς από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ως φυσική συνέπεια ο κύριος Eiteljorg και το Board of Directors of CSA εισήγηθηκαν τη διακοπή του προγράμματος. Το Samuel H. Kress Foundation συμφώνησε καθώς ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους του προγράμματος δεν μπορούσε πλέον να υλοποιηθεί. Τα επιπλέον χρήματα επιστράφηκαν στο ίδρυμα.

Παρά τον τερματισμό του προγράμματος CSA Propylaea ο κύριος Eiteljorg παραμένει αποφασισμένος να μάθει περισσότερα για το έργο του αρχιτέκτονα στην αρχαία Ελλάδα. Ελπίζει ότι η γνώση που έχει αποκτηθεί, παρά το ότι είναι ανολοκλήρωτη, θα επιτρέψει τη συνέχεια στην έρευνα για τον πραγματικό ρόλο του αρχιτέκτονα στα Προπύλαια. Αυτή τη στιγμή για παράδειγμα φαίνεται πιθανόν ότι το μήκος των οικοδομικών λίθων του κτιρίου ήταν η οικοδομική μονάδα μέτρησης. Επιπλέον ο κύριος Eiteljorg πιστεύει ότι τα Προπύλαια δεν θα ήταν δυνατόν να ολοκληρωθούν χωρίς διάφορες τροποποιήσεις στο σχέδιο όπως είναι σήμερα. Για παράδειγμα το επίπεδο του πατώματος στη βορειοανατολική πτέρυγα θα ήταν πολύ χαμηλό για την Ακρόπολη. Υπάρχουν επιπλέον σημαντικές δυσκολίες με το σχέδιο όπως είχε αρχικά προταθεί. Αυτές οι δυσκολίες πρέπει να ήταν αναμενόμενες αν λάβει κανείς υπόψη τον καινοτομικό και σύνθετο χαρακτήρα των Προπυλαίων.

Η ιστοσελίδα αυτή δίνει πρόσβαση στα δεδομένα από το έργο του προγράμματος CSA Propylaea, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τις διαδικασίες καταμέτρησης και ψηφιοποίησης που χρησιμοποιήθηκαν από την ομάδα. Καθώς το πρόγραμμα δεν ολοκληρώθηκε, οποιεσδήποτε ερμηνείες δεν παρουσιάζονται εδώ, εκτός βέβαια από τη δουλειά που συζητείται στο ιστολόγιο και τις σχετικές ιστοσελίδες που αφορούν στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό στην αρχαιότητα (σύνδεσμοι στην αριστερή πλευρά της σελίδας).

Συνιστούμε στον κόσμο με γενικό ενδιαφέρον να κοιτάξει πρώτα την ιστοσελίδα της Wikipedia, το General Information (σχετικά με το οικοδόμημα) και το History (σχετικά με το πρόγραμμα) πριν προχωρήσει σε πιο λεπτομερή υλικό.

 

Propylaea SW wing

Παρατηρήστε τις διαφορές στο χρώμα ανάμεσα στην πάνω και την κάτω φωτογραφία. Αυτό αντανακλά το χρώμα του φωτός του ήλιου στη δυτική πλευρά της Ακρόπολης με το πρωινό φως να είναι δροσερό και το απογευματινό να είναι πιο θερμό. Το φως γίνεται ακόμα πιο θερμό καθώς πλησιάζει το ηλιοβασίλεμα.

 

Σχετικά με την ιστοσελίδα:

  • Τίτλος: Το Πρόγραμμα CSA Propylaea: Υπόβαθρο και Αιτιολόγηση
  • Συγγραφέας: Harrison Eiteljorg, II και το προσωπικό του Center for the Study of Architecture (CSA), P.O. Box 60, Bryn Mawr, PA 19010, U.S.A. (ηλεκτρονική διεύθυνση: χρήστης nicke στο (@) domain csanet.org; τηλ.: 484-612-5862). Μετάφραση: Ευρυδίκη Τασοπούλου (Μάρτιος, 2010), Google (Μάρτιος, 2011), και Στέλλα Διάκου (Μάιος, 2011).
  • Όνομα ηλεκτρονικού αρχείου: gindexns.html
  • Ιστορία αναθεώρησης: Η ιστοσελίδα αυτή αναρτήθηκε αρχικά τον Σεπτέμβριο του 2011. Αλλαγές είναι αναμενόμενες αλλά δεν θα υποδεικνύονται παρά μόνο όταν κρίνονται σημαντικές.
  • Διαδικτυακή πρόσβαση: Η ιστοσελίδα παρουσιάζεται στο propylaea.csanet.org από το Center for the Study of Architecture και τον Harrison Eiteljorg, II. Για πιθανές αλλαγές στις διευθύνσεις της ιστοσελίδας δεν ευθύνεται το CSA.
  • Μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητα: Αυτό το κείμενο και μελλοντικές μορφές του διατηρούνται για επ' αόριστον διάθεση μέσω του διαδικτύου. Δεν υπάρχει αρχειοθέτηση παλαιότερων μορφών του.
  • Άδεια για παραπομπές και πληροφορίες σχετικά με θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας: Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει το CSA. Οποιεσδήποτε αναφορές στην ιστοσελίδα πρέπει να μνημονεύουν την ημερομηνία του κειμένου.